Να φέρουμε τα… κάτω-πάνω!

“… Στις ευρωεκλογές, ανάλογα με την πολιτική μας κατεύθυνση ας στηρίξουμε υποψηφίους και σχήματα που, παρά τις αδυναμίες τους, μπορούν να συμβάλουν θετικά. Μπορούμε να ψηφίσουμε τον Ζουράρι στους Ανεξάρτητους Έλληνες, μήπως και φέρει κάποιον ελληνικό αέρα στην αραχνιασμένη Ευρωβουλή, τον Πισσία στους Οικολόγους Πράσινους – και όσοι ελπίζουν στην σωτηρία από την εγκατάλειψη του ευρώ μπορούν να ψηφίσουν φίλους μας, όπως η Βίκυ Φερτάκη στο κόμμα της Δραχμής ή στο ΑΣΚΕ και αλλού. Και επειδή, παρά τα όσα προαναφέραμε υπάρχουν και όσοι επιμένουν να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ, ας επιλέξουν στο ψηφοδέλτιό του κάποιες επιλογές που τουλάχιστον δεν είναι εθνομηδενιστικές – και όλοι τις γνωρίζουμε….”

Εκλογές αδιεξόδου και παρακμής – υποσχέσεις μιας μελλοντικής ανάτασης

του Γιώργου Καραμπελιά, από την Ρήξη που κυκλοφορεί

Τέσσερα χρόνια μετά το… Καστελόριζο, τα βάσανα και οι απογοητεύσεις του ελληνικού λαού δεν φαίνεται να έχουν πάρει τέλος. Τα μνημόνια έχουν λίγο πολύ ολοκληρώσει το στόχο τους, η ελληνική κοινωνία έχει μεταβληθεί σε κοινωνία ανισότητας, το κοινωνικό κράτος έχει αποδιαρθρωθεί ο παραγωγικός ιστός έχει διαλυθεί. Βαδίζουμε όντως σε μια μεταμνημονιακή εποχή, ακριβώς γιατί οι στόχοι των μνημονίων έχουν εν πολλοίς επιτευχθεί: Ανεργία, εξαθλίωση, χτύπημα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, διαμόρφωση ενός οικονομικού μοντέλου στηριγμένου στον τουρισμό και στο βάθεμα της εξάρτησης –ξεπούλημα των τραπεζών, των ακτών, των λιμανιών, των δημόσιων επιχειρήσεων.

Και δυστυχώς, απέναντι σ’ αυτά δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια συγκροτημένη εναλλακτική διέξοδος. Διότι και ισχυρό λαϊκό κίνημα δεν υπάρχει –όπως καταδεικνύει η αναιμική παρουσία των αντιμνημονιακών δυνάμεων στο τοπικό επίπεδο– και τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν προσφέρουν τα εχέγγυα για μια αυθεντική και αξιόπιστη διέξοδο. Η ελληνική κοινωνία μοιάζει να βρίσκεται σε καταπληξία και σε σχεδόν απόλυτη ισοδυναμία των αντίρροπων πολιτικών δυνάμεων. Οι Έλληνες δεν θέλουν τα μνημονιακά κόμματα, και έχουν γκρεμίσει τον παλιό δικομμματισμό, αλλά δεν δείχνουν και ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στα αντιμνημονιακά. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, μπορούν να θάλλουν φαινόμενα όπως εκείνα της Χρυσής Αυγής, μιας συμμορίας που έγινε κόμμα, ή του Ποταμιού, ενός λάιφ στάιλ σακιδίου, που έφτανε να καλύψει το κενό προτάσεων και προπαντός λαϊκής εγρήγορσης και συμμετοχής.
Ένας αντιμνημονιακός Έλληνας βρίσκεται μάλλον σε αδιέξοδο. Σκέφτεται να ψηφίσει τον ΣΥΡΙΖΑ, για να φύγει το δίδυμο της συμφοράς, και ταυτόχρονα τρέμει ότι η έλευση του ΣΥΡΙΖΑ θα σημάνει περιπέτειες στα εθνικά θέματα, στα Σκόπια, στη Θράκη και την Κύπρο, ή τα μεταναστευτικά; Να ψηφίσει ΚΚΕ, που υπόσχεται τον σοσιαλιστικό παράδεισο που δοκίμασε η ανθρωπότητα στον 20ό αιώνα; Ή μήπως μπορεί να στραφεί σε κόμματα όπως οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, που ορθά υποστηρίζουν την ανάγκη υπέρβασης των παλιών διαχωρισμών, χωρίς όμως να μπορούν οι ίδιοι αξιόπιστα να υλοποιήσουν ένα τέτοιο πρόταγμα; Και, παράλληλα, το εκλογικό τοπίο διανθίζεται με πλήθος άσεμνους εναγκαλισμούς, όπως εκείνον του απατεώνα Παπανδρέου με τον Κουβέλη. Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, προετοιμάζονται και τα νέα τέρατα που εγκυμονεί η ελληνική λούμπεν μεγαλοαστική τάξη, με τον Μαρινάκη και τον Κόκκαλη στον Πειραιά, οι οποίοι πραγματοποιούν την πρόβα τζενεράλε για έναν επερχόμενο μπερλουσκονισμό.

Το «πάνω» και το «κάτω»
Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, εκφράζεται καθημερινά η αγωνία πολλών ανθρώπων για το πώς και γιατί δεν έγινε δυνατή η διαμόρφωση ενός άλλου πολιτικού πόλου, που θα μπορούσε να δώσει ένα μήνυμα ελπίδας και ανάτασης. Πολλοί φίλοι αγωνιούν και αναζητούν τους «επωνύμους» πατριώτες και δημοκράτες οι οποίοι θα μπορούσαν να εκφράσουν αυτό το όντως πλειοψηφικό αίτημα. Ναι, μόνο που άλλοι απ’ αυτούς προσκολλήθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ, προσδοκώντας μια χιμαιρική αλλαγή από τα «μέσα», μεταβαλλόμενοι έτσι στο πατριωτικό άλλοθι μιας εθνομηδενιστικής κυρίαρχης αντίληψης. άλλοι, φροντίζουν να μένουν στον γυάλινο πύργο τους «μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες». άλλοι, τέλος, είναι βαθύτατα συνδεδεμένοι με εξαρτήσεις χρήματος, εξουσίας και κοινωνικού ρόλου.
Και ίσως θα ήταν αδύνατο κάτι τέτοιο. Μια κοινωνία που είχε ως κοινωνικό της μοντέλο τον παρασιτισμό και ως κυρίαρχη ιδεολογία τον εκσυγχρονιστικό αρπακολισμό, δεν ήταν εύκολο να δώσει άμεσα πολιτικές λύσεις – εκτός ίσως αν υπήρχε μια ανάλογη πολιτική και πνευματική ηγεσία. Αλλά δυστυχώς, η μεταπολίτευση κράτησε υπερβολικά πολύ. Σαράντα ολόκληρα χρόνια έφθειραν και διέφθειραν τη συντριπτική πλειοψηφία των επώνυμων πολιτικών και πνευματικών ελίτ.
Η πολιτική επιτάχυνση στην οποία οδήγησε η αιφνίδια οικονομική και κοινωνική καταστροφή, δεν πρόλαβε να συνοδευτεί από τους αντίστοιχους ιδεολογικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Και αυτό φαίνεται καθαρά και από την μεγάλη διαφοροποίηση ανάμεσα στις αυτοδιοικητικές και τις γενικές εκλογές. Στο τοπικό επίπεδο οι αλλαγές είναι σχετικά αργές, γιατί δεν έχουν πραγματικά αναδυθεί νέες κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις ριζωμένες στην ελληνική κοινωνία, ενώ στο γενικό πολιτικό πεδίο κυριαρχεί ήδη η απόρριψη των μνημονιακών δυνάμεων. Γι’ αυτό και ένα κόμμα-«νάνος», σε επίπεδο γενικής αποδοχής, όπως το σημερινό ΠΑΣΟΚ, παραμένει ισχυρό σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, ενώ το ακριβώς αντίστροφο συμβαίνει με τον Σύριζα, και ακόμα περισσότερο με κόμματα όπως η Χρυσή Αυγή και το Ποτάμι.
Δεν υπάρχουν λοιπόν λύσεις που θα έρθουν «από τα πάνω», είτε από κόμματα είτε από «επωνύμους», ακόμα και όταν έχουν τις καλύτερες των προθέσεων, ενώ η κίνηση που έρχεται «από τα κάτω» δεν είναι ακόμα ικανή να προσφέρει κάποια ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση.
Δυστυχώς δεν έχουμε ακόμα ξεφύγει από την εποχή της παρακμής – αρκεί να δούμε και τις κεντρικές επιλογές που εμφανίζονται στους μεγάλους δήμους της χώρας: Καμίνης και Σπηλιωτόπουλος, Μπουτάρης και Καλαφάτης! Παράλληλα ως αποκλειστικό πρότυπο οικονομικής διεξόδου εμφανίζεται η τουριστική ανάπτυξη, δηλαδή η μεταβολή της Ελλάδας σε μια απέραντη αίθουσα τελετών για να παντρεύονται οι Κινέζοι τουρίστες.

Να φέρουμε τα… κάτω πάνω
Τα χρόνια που πέρασαν, σε όλους εκείνους που διαρκώς «βιαζόντουσαν» θυμίζαμε την τόσο εύστοχη σ’ αυτή την περίπτωση λαϊκή παροιμία, πως «όποιος βιάζεται, σκοντάφτει». Και με τη βιασύνη, πότε με τον Μίκη, πότε με τους τηλε-ευαγγελιστές της… δεκάρας, το μόνο που καταφέραμε ήταν ακριβώς… να καθυστερήσουμε. Και να περάσουν τέσσερα ολόκληρα χρόνια χωρίς να επιτευχθεί η ανάδειξη ενός πατριωτικού δημοκρατικού και κοινωνικού πολιτικού πόλου.
Τα προηγούμενα χρόνια πετύχαμε αρκετά πράγματα, φέραμε τα πάνω κάτω, γκρεμίζοντας κόμματα και ηγεσίες, αλλά δυστυχώς και αυτές οι εκλογές δεν θα απαντήσουν στα μεγάλα διακυβεύματα του τόπου. Γι’ αυτό τα επόμενα χρόνια πρέπει να κάνουμε ότι μπορούμε για να ολοκληρώσουμε το εγχείρημά μας και να φέρουμε τα… κάτω πάνω! Δουλεύοντας σε δύο αποφασιστικές κατευθύνσεις. Στο ιδεολογικό, για να μετατρέψουμε την πλειοψηφική πατριωτική και δημοκρατική ιδεολογία του λαού και σε πολιτικά ηγεμονική, σαρώνοντας τις μειοψηφικές ιδεολογίες των νεοφιλελευθέρων και των εθνομηδενιστών που παραμένουν ακόμα κυρίαρχες στα κέντρα αποφάσεων. Στο επίπεδο της κοινωνίας, των κινημάτων, της αυτοδιοίκησης, του παραγωγικού προτύπου, να διαμορφώσουμε μια κοινωνία ισχυρή και όχι αναιμική, του καναπέ, παραδομένη.
Με την ψήφο μας λοιπόν σήμερα ας φροντίσουμε τουλάχιστον, να βοηθήσουμε σε μια μελλοντική ανά(σ)ταση.
Στις ευρωεκλογές, ανάλογα με την πολιτική μας κατεύθυνση ας στηρίξουμε υποψηφίους και σχήματα που, παρά τις αδυναμίες τους, μπορούν να συμβάλουν θετικά. Μπορούμε να ψηφίσουμε τον Ζουράρι στους Ανεξάρτητους Έλληνες, μήπως και φέρει κάποιον ελληνικό αέρα στην αραχνιασμένη Ευρωβουλή, τον Πισσία στους Οικολόγους Πράσινους – και όσοι ελπίζουν στην σωτηρία από την εγκατάλειψη του ευρώ μπορούν να ψηφίσουν φίλους μας, όπως η Βίκυ Φερτάκη στο κόμμα της Δραχμής ή στο ΑΣΚΕ και αλλού. Και επειδή, παρά τα όσα προαναφέραμε υπάρχουν και όσοι επιμένουν να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ, ας επιλέξουν στο ψηφοδέλτιό του κάποιες επιλογές που τουλάχιστον δεν είναι εθνομηδενιστικές – και όλοι τις γνωρίζουμε.
Εμείς σε αυτές τις εκλογές, επιμείναμε περισσότερο στην ενίσχυση τοπικών πρωτοβουλιών και δημοτικών κινήσεων, έστω και μικρών, μέσα από τις οποίες θα επιταχυνθεί η ανάδειξη νέων πολιτικών δυνάμεων. Και ευτυχώς υπάρχουν επιλογές που αποτελούν μια υπόσχεση για το μέλλον. Μια υπόσχεση για μια νέα πολιτική και κοινωνική ηγεσία, ικανή να εκφράσει και να μορφοποιήσει σε θετική κατεύθυνση την απελπισία και το αδιέξοδο. Για να έλθει πράγματι το κάτω… πάνω.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s