Πού είναι ο «πάτος» κύριε Ράιχενμπαχ;

του Δημήτρη Μακροδημόπουλου

Μέχρι σήμερα αποδίδαμε όλες τις ευθύνες για το πελατειακό κράτος και τον κομματισμό στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Σήμερα όμως που έχουμε κυβέρνηση συνεργασίας, τα τρία κόμματα μοιράσθηκαν τις θέσεις στις ΔΕΚΟ και στους Οργανισμούς, καθαιρώντας και ικανές διοικήσεις, με κριτήριο την κομματική ένταξη και όχι την ικανότητα και την αξιοκρατία που όλοι τους επικαλούνται σε δημόσιες δηλώσεις ως απαραίτητα συστατικά της πολιτικής για την υπέρβαση της κρίσης. Ίσως αυτό να αποδεικνύει ότι ο κομματισμός αποτελεί θέμα νοοτροπίας που εκδηλώνεται όταν ένα κόμμα καθίσταται κυβερνητικός εταίρος. Ο Γουσταύος Λε Μπον παρατηρούσε ότι «το παρελθόν δεν πεθαίνει ποτέ. Ζει μέσα μας και αποτελεί τον πιο σίγουρο οδηγό της συμπεριφοράς των ατόμων και των λαών», με άλλα λόγια δηλαδή ότι το παρελθόν γίνεται παράδοση που σέρνει το παρόν. Αν όμως η νοοτροπία που κληροδοτούν οι περασμένες γενιές διαμορφώνει τη λογική του παρόντος, τότε τι μπορούμε να περιμένουμε στη χώρα μας όπου οι ίδιοι πολιτικοί, οι φυσικοί και οι ηθικοί αυτουργοί των σημερινών αδιεξόδων, διαμορφώνουν το παρόν και το μέλλον της χώρας; Τι περισσότερα πρέπει να υποστούμε για να απορρίψουμε αυτή τη νοοτροπία και τους φορείς της;

Όμως στη χώρα μας το πολιτικό σύστημα απέδειξε για μια ακόμα φορά ότι διαθέτει τις εφεδρείες ώστε να επιβιώνει και στις χειρότερες συνθήκες. Διότι κατόρθωσε να επιβάλει την πιο βάρβαρη και αντιλαϊκή πολιτική συνενώνοντας ολόκληρο σχεδόν το ιδεολογικό φάσμα της πολιτικής ζωής του τόπου. Της νεοφιλελεύθερης Ν. Δ., που μεταλλάχθηκε από αντιμνημονιακή σε φορέα εφαρμογής των μνημονίων, του ΠΑΣΟΚ που αυτάρεσκα συνεχίζει να αυτοαποκαλείται «σοσιαλιστικό» και της «αριστερής» ΔΗΜΑΡ, ιδιαίτερα αυτής. Στη χώρα μας ό,τι δηλώσεις είσαι. Πώς όμως είναι δυνατό κόμματα που τιτλοφορούνται ως αριστερά ή σοσιαλδημοκρατικά με εκλογική βάση η οποία απαρτίζεται στη μεγάλη πλειοψηφία από εργαζόμενους να υπηρετούν τόσο τυφλά τη νεοφιλελεύθερη πολιτική εξοντώνοντας τις λαϊκές μάζες; Διότι τα κόμματα δεν είναι τάξεις αλλά άθροισμα ανθρώπων που προέρχονται από διάφορες τάξεις. Παρ’ όλα αυτά εξυπηρετούν συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Ποιός το καθορίζει αυτό; Η κοινωνική ομάδα που κυριαρχεί στις γραμμές του καθορίζει και τον ρόλο του. Ο ρόλος των κομμάτων που συναπαρτίζουν την κυβέρνηση συνεργασίας έρχεται να επιβεβαιώσει τα παραπάνω και να υπενθυμίσει στους ψηφοφόρους τους ότι «την εξουσία την παίρνουν οι τάξεις και όχι κόμματα και οργανώσεις» (Μαρξ). Γιαυτό υπάρχει η αντίφαση προεκλογικών δεσμεύσεων και πολιτικής που υλοποιούν. Ας μην έχουμε λοιπόν αυταπάτες.

Όμως στο στόχαστρο της πολιτικής της κυβέρνησης συνεργασίας είναι ο κοινωνικός ιστός της χώρας και επιδίωξη η δημιουργία ενός κοινωνικού εμφυλίου μέσα σε άθλιες συνθήκες επιβίωσης, όπου το ένστικτο της αυτοσυντήρησης θα πρυτανεύει έναντι του συλλογικού συμφέροντος. Η σφυρηλάτηση της κοινωνικής συνοχής είναι αυτή που ανησυχεί τους κρατούντες διότι θα διαμορφώσει μια άλλη πολιτική φιλοσοφία και ένα μαζικό κίνημα που θα ανατρέψει την πολιτική τους και τους ίδιους. Δεν είναι τυχαίο ότι το ενδιαφέρον όλων των μνημονιακών κυβερνήσεων επικεντρώνεται στη διαφύλαξη των συντάξεων κάτω των 1400 και 1200 ευρώ αρχικά και των 1000 ευρώ με το τρίτο μνημόνιο που αφορούν τη συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων με αποτέλεσμα να υφίστανται δυσανάλογα μικρές θυσίες με το μέγεθος της κρίσης και αυτών που υφίστανται άλλες κοινωνικές ομάδες. Το ενδιαφέρον των μνημονιακών κυβερνήσεων δεν είχε κίνητρα κοινωνικής δικαιοσύνης. Κάθε άλλο μάλιστα. Διότι μια τέτοια ερμηνεία περί κοινωνικής ευαισθησίας και δικαιοσύνης που αναδεικνύει τα 1000 ή τα 1200 ή τα 1400 ευρώ ως το κατώτατο όριο επιβίωσης δεν μπορεί να ερμηνεύσει τους μισθούς των 586 ευρώ ή των 511 ευρώ μεικτά για τους νέους ή το ήμισυ αυτών για την «ευέλικτη» εργασία των τεσσάρων ωρών ημερησίως, ούτε βέβαια την καλπάζουσα ανεργία και τη μείωση του επιδόματος ανεργίας, το οποίο λαμβάνει ένα μικρό μόνο τμήμα των ανέργων αφού χορηγείται για μικρό χρονικό διάστημα. Πού αποσκοπεί η πολιτική αυτή; Να δημιουργήσει αφενός μια μεγάλη μάζα συνταξιούχων και υπαλλήλων που δεν θα έχει καμιά αγοραστική δυνατότητα πέραν της επιβίωσης ώστε να αναζωογονήσει την αγορά, θα νιώθει όμως άμεσα εξαρτημένη από την επιβίωση του πολιτικού συστήματος και του ευρώ έτσι ώστε να το στηρίζει εκλογικά και αφετέρου να δημιουργήσει έναν εφεδρικό στρατό λιμοκτονούντων ανέργων ώστε να μηδενισθεί το κόστος εργασίας. Προσωπικά πιστεύω ότι και οι «μεγάλες» συντάξεις περικόπηκαν στο μισό περίπου για να στερήσουν από τους δικαιούχους την οποιαδήποτε περαιτέρω αγοραστική αξία διέθεταν, συρρικνώνοντας ακόμη περισσότερο τον ιδιωτικό τομέα με όλα τα επακόλουθα. Πότε θα τελειώσει αυτό το μαρτύριο; Ο Χορστ Ράιχενμπαχ απαντώντας πριν ένα χρόνο σε σχετική ερώτηση το καθόρισε: «Οι καλοί επενδυτές, είπε, θα δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα σε καθοδική φάση. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να πειστούν ότι δεν πάει πιο κάτω, ότι δηλαδή βρισκόμαστε πλέον στον πάτο». Όμως πόσο βαθειά είναι ακόμη ο πάτος;
http://www.anixneuseis.gr/?p=54353
12-12-2012

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s