Κρίση διακυβέρνησης σε Ελλάδα και Ευρωζώνη

Αυτό που γίνεται με τα Μνημόνια και το δημόσιο χρέος της χώρας μας πρέπει να διδάσκεται σε σεμινάρια αποτυχημένης και ανάλγητης πολιτικής, όπως και η περιβόητη Συμφωνία των Βερσαλλιών μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντί η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσουν σε αναδιάρθρωση του χρέους από την πρώτη στιγμή, από τις αρχές του 2010 δηλαδή, συνυπέγραψαν μια πολιτική εσωτερικής υποτίμησης που διαλύει την οικονομία της χώρας και συνθλίβει τους εργαζόμενους.

Η επιλογή αυτή ήταν αποτέλεσμα της επικράτησης των νεοκλασικών οικονομικών αντιλήψεων, όπως άλλωστε συνέβη και στις αρχές του 20ού αιώνα, με καταστροφικά αποτελέσματα και τότε, κυρίως για τη Βρετανία, η οποία, έπειτα από πολυετή περίοδο λιτότητας, διαπίστωσε έκπληκτη ότι τελικά αυξήθηκε το χρέος της επειδή “σκότωνε” το ΑΕΠ.

Έπρεπε να επικρατήσουν οι ιδέες του Κέινς για τον παρεμβατικό – ρυθμιστικό ρόλο του κράτους στην οικονομία, τόσο στις ΗΠΑ (Ρούσβελτ) όσο και στη Βρετανία, για να αλλάξει η κατάσταση και από τη βαθιά κρίση και τη μαζική ανεργία (σ.σ.: ανάλογα με τα ποσοστά της ανεργίας στη σημερινή Ελλάδα ήταν η ανεργία στις ΗΠΑ και τη Βρετανία στη διάρκεια της κρίσης του ’29) να αντιστραφεί η κατάσταση και να ξεκινήσει η επονομαζόμενη χρυσή τριακονταετία του καπιταλισμού, που βρισκόταν αντιμέτωπος και με την πρόκληση του “υπαρκτού σοσιαλισμού”.

Τηρουμένων των αναλογιών, και σήμερα οι νεοκλασικές αντιλήψεις στην οικονομία, ο νεοφιλελευθερισμός, σε συνδυασμό με απίστευτες αστοχίες, ελλείψεις και ολιγωρίες στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, οδηγούν τη Γηραιά Ήπειρο σε βαθιά κρίση και ολόκληρους λαούς, όχι μόνο στον Νότο, αλλά και στις προηγμένες χώρες του Βορρά, στην ανέχεια και στο περιθώριο.

Από την πρώτη στιγμή η περίπτωση της Ελλάδας “βοούσε” ότι η μόνη λύση ήταν η απομείωση του χρέους μέσα από διαδικασίες που δεν ήταν άγνωστες στην παγκόσμια οικονομία. Κι αυτό σε συνδυασμό με σοβαρές μεταρρυθμίσεις και τομές για στοχευμένες περικοπές δαπανών, ενίσχυση των φορολογικών μηχανισμών για αύξηση των εσόδων και ανατροπές στο παραγωγικό και καταναλωτικό μοντέλο της χώρας.

Οι τρόποι για την απομείωση του χρέους είναι γνωστοί εδώ και χρόνια. “Κούρεμα”, μείωση επιτοκίων, μεταφορά του χρέους σε βάθος χρόνου, περίοδος χάριτος, εξαγορά του από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, απομείωσή του με συνδυαστικές μεθόδους. Ούτε νέα είναι αυτά ούτε ανορθόδοξα. Έχουν εφαρμοστεί και είναι γνωστά στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ.

Στην Ελλάδα ακολουθείται η πιο σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική, ένα Μνημόνιο διαρκείας, σε συνδυασμό με απαξιωτικές συμπεριφορές προς τον ελληνικό λαό, στις οποίες πολλές φορές πρωταγωνιστούν οι ίδιοι οι ταγοί της χώρας, αυτοί δηλαδή που την οδήγησαν στην ανυποληψία και την κατάρρευση.

Ποιος δεν θυμάται τους διαπρύσιους υποστηρικτές του πρώτου Μνημονίου, που υποστήριζαν ότι το 2012 η χώρα θα ξαναβγεί στις αγορές και ότι το πρόβλημα ήταν ο δημόσιος τομέας; Ποιος δεν θυμάται τους αμετροεπείς πανηγυριστές μετά το PSI, ενώ και σήμερα παρακάμπτονται ανοήτως τα μείζονα θέματα του υψηλού ρυθμού ανάπτυξης και του επίσης υψηλού πλεονάσματος, που θεωρούνται προαπαιτούμενα για τη βιωσιμότητα του χρέους;

Όλα αυτά γίνονται καπνός κάτω από το βάρος των κατακλυσμιαίων πολιτικών που συνθλίβουν τους εργαζόμενους και οδηγούν τη χώρα σε ένα θανατηφόρο καθοδικό σπιράλ. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα μπήκε στο Μνημόνιο με χρέος 112% του ΑΕΠ, ενώ το 1993 (κυβέρνηση Μητσοτάκη) το χρέος ήταν 111% και το έλλειμμα 13%.

Δεν υποστηρίζω ούτε για αστείο ότι είναι το ίδιο πράγμα: η δυναμική του χρέους το 2009 ήταν εφιαλτική και τα ελλείμματα υψηλά, ακόμη κι αν αφαιρεθεί το “φούσκωμα” που έκανε ο Παπακωνσταντίνου, ενώ το 1993 είχαν εγγραφεί και σχεδόν απορροφηθεί όλα τα ελλείμματα και η δυναμική του χρέους ήταν περισσότερο ελεγχόμενη.

Η χώρα χρειάζεται ανάσες, δηλαδή άλλη πολιτική, για να μπορέσει να αναπνεύσει οικονομικά, να στηρίξει την ανάπτυξη και την ανασυγκρότησή της, να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών. Όσο συνεχίζεται η σημερινή σκληρή νεοφιλελεύθερη τιμωρητική πολιτική, θα καταρρέει.

Όταν οι σύμμαχοι επέβαλαν, μετά τις Βερσαλλίες, δυσβάστακτες οικονομικές κυρώσεις στη Γερμανία, ο Κέινς διαφώνησε ανοικτά αντιπροτείνοντας λιγότερο κι από το ένα δέκατο των πολεμικών αποζημιώσεων. “Αν θέλουμε να αρμέξουμε τη Γερμανία, δεν πρέπει να την καταστρέψουμε” έλεγε προφητικά ο Κέινς και χαρακτήριζε βλακώδες το ύψος των αποζημιώσεων, καθώς δεν μπορούσε ποτέ να αποπληρωθεί. Δεν εισακούστηκε και τα αποτελέσματα αυτής της σκληρής τιμωρητικής πολιτικής τα είδαμε με την άνοδο του Χίτλερ και τη ναζιστική λαίλαπα που αιματοκύλησε τη “Σκοτεινή ήπειρο”.

Έχει όμως η σημερινή Ευρώπη ηγέτες επιπέδου Ρούσβελτ, που θα βάλουν στην άκρη τις τιμωρητικές πολιτικές και θα χαράξουν νέους δρόμους ανάπτυξης και ευημερίας; Δυστυχώς όχι. Οι δυνατότητες να μπει φρένο στην κατάρρευση είναι πλέον θέμα κυρίως των λαών του Νότου, αλλά και εκείνων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων του Βορρά που θα υπερβούν τις νεοφιλελεύθερες εμμονές και θα αντιληφθούν ότι η κατάρρευση του Νότου θα παρασύρει και το επίπεδο ζωής του Βορρά, το οποίο ήδη μειώνεται δραματικά, ιδιαίτερα για τους εργαζόμενους, παρά την “ευημερία” των αριθμών.

Το πρώτο πρόβλημα της Ελλάδας και της Ευρωζώνης παραμένει η βαθιά κρίση διακυβέρνησης.
Καπάκος Σ.www.avgi.gr

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s